Καλώς ορίσατε!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραγούδια Παραδοσιακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραγούδια Παραδοσιακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Στην πόλη περπατάμε και ...τραγουδάμε.


Η ποδηλάτισσα (Οδυσσέας Ελύτης) Το ποδήλατο (Άρης Δαβαράκης-Χ.Νικολόπουλος-Κ.Μακεδόνας) Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα (Γρ.Μπιθικώτσης) Το τέρας της κυκλοφορίας (Γ.Χατζηπιερής,Μαν.Πάππος .Από τον Τεμπέλη Δράκο) Η σακαράκα (Ρένα Καρθαίου) "Ο ΦΙΛΟΣ ΜΑΣ Ο Κ.Ο.Κ." (ΕΤ-2 1987) Η σακαράκα(Θ.Γκόνης-Π.Θαλασσινός) Το τιμόνι-Σοφερίνα(Αλ.Σακελλάριος-Γ.Λαβράνος-Α.Βουγιουκλάκη) Ο αμαξάς(Μ.Χατζιδάκις-Α.Σακελλάριος-Αλίκη Βουγιουκλάκη) Του Σχολικού οι ρόδες Το φορτηγό(Γιατράς-Χρυσοβέργης-Σ.Διονυσίου) Οι νταλίκες(Ρασούλης-Νικολόπουλος-Σαρρής) Το ηλιακό λεωφορείο (Μαριανίνα Κριεζή -Λένα Πλάτωνος-Σαββίνα Γιαννάτου)

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Δυο κακές μου συνυφάδες (σατιρικό αποκριάτικο τραγούδι)

Δυο κακές μου συνυφάδες,
ούλο εμένα κακοκρένουν
και με κακοκουβεντιάζουν.
Με φωνάζουν ακαμάτα.
Εγώ δεν ήμουν ακαμάτα,
ήμουν γρήγορ' η πλατώνα.
Πέντε μήνες, έξι αδράχτια
πότε τα 'γνεσα η καημένη;
Τα ΄ριξα να τα ιδιάσω
απ' το ένα τ'αυτί τ'ς γάτας στ' άλλο.
Νιώσε γάτα το ποντίκι,
μου χαλάει το διασίδι.
Σήκω κακονοικοκύρη,
γρήγορα φωτιά στο σπίτι
για να κάψει το ντουβάρι
να το βρούμε το κουβάρι.

Μια γριά πολύ γριά (σατιρικό αποκριάτικο)

Μια γριά πολύ γριά
λάχανα μαέρευε,τα ξεροτσιγάριζε.
Τ'ς ήρθε μια κακιά βουλή,
ήθελε να παντρευτεί.
Μια κλοτσιά του τεντζεριού,
τέσσερις του καπακιού,
πάει κοντά στο γέροντα.
Γέρο στεφανώσε με,κι α δε,
ρίξε,σκοτώσε με.
Φεύγα γρια ξεφόρτωσέ με
και στα χάλια μ' άφησέ με.

Η Καθαρή Δευτέρα (σατιρικό τραγούδι για τη νηστεία της Σαρακοστής)

Τ' ακούτε τι παράγγειλε η Καθαρή Δευτέρα;
Πάρτε τον τρύπιο τον τορβά (ντορβά)και τη σκουρολεπίδα,
στα όχτια βγαίν' τα λάχανα, στα βάτα τα τσουκνίδια.

Πέθαν' ο κρέας (Παραδοσιακό αποκριάτικο τραγούδι)

Πέθαν' ο κρέας πέθανε
λιποψυχάει κι ο τύρος
κι αυτός ο ξινοτύρος.

Σηκών'ο πράσος την ουρά
κι ο κρέμμυδας τα γένια.
Κι η βρούβα η παλιόβρουβα
κάθεται στην καβάλα
να π'δήσ'(πέσ') μες στην τσουκάλα.